ελεγκτικός

ελεγκτικός
-ή, -ό
1. που ανήκει ή αναφέρεται στον έλεγχο, ο αρμόδιος να ελέγχει: Ελεγκτικό συνέδριο.
2. που αρέσει να επικρίνει, ο επικριτικός.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • ἐλεγκτικός — fond of cross questioning masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ελεγκτικός — ή, ό (ΑΜ ἐλεγκτικός, ή, όν) 1. ο ικανός, κατάλληλος ή αρμόδιος να ελέγχει 2. το θηλ. ως ουσ. η ελεγκτική το σύνολο τών μεθόδων και τών αρχών τις οποίες εφαρμόζει ο ελεγκτής για τη διενέργεια τού ελέγχου νεοελλ. φρ. «Ελεγκτικό Συνέδριο» το Ανώτατο …   Dictionary of Greek

  • ἐλεγκτικά — ἐλεγκτικός fond of cross questioning neut nom/voc/acc pl ἐλεγκτικά̱ , ἐλεγκτικός fond of cross questioning fem nom/voc/acc dual ἐλεγκτικά̱ , ἐλεγκτικός fond of cross questioning fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεγκτικώτερον — ἐλεγκτικός fond of cross questioning adverbial comp ἐλεγκτικός fond of cross questioning masc acc comp sg ἐλεγκτικός fond of cross questioning neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεγκτικῶν — ἐλεγκτικός fond of cross questioning fem gen pl ἐλεγκτικός fond of cross questioning masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεγκτικόν — ἐλεγκτικός fond of cross questioning masc acc sg ἐλεγκτικός fond of cross questioning neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεγκτικώτατα — ἐλεγκτικός fond of cross questioning adverbial superl ἐλεγκτικός fond of cross questioning neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεγκτικώτατον — ἐλεγκτικός fond of cross questioning masc acc superl sg ἐλεγκτικός fond of cross questioning neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεγκτικαῖς — ἐλεγκτικός fond of cross questioning fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐλεγκτικαί — ἐλεγκτικός fond of cross questioning fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”